Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Το κίνημα του 1909 στο Γουδί (Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΗΛΙΑΚΗ)

Το κίνημα του 1909 στο Γουδί

Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΗΛΙΑΚΗ

Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα το ελληνικό έθνος φυτοζωούσε μέσα στον αποπνιχτικό κλοιό του παλατιού, των τσιφλικάδων και της εμπορομεσιτικής οικονομίας. Το μεγαλύτερο ποσοστό των αγροτών ήταν κολίγοι που περίμεναν μάταια να αποκτήσουν κάποιο κλήρο γης. Η φτώχεια ήταν ο μόνιμος, θλιβερός σύντροφος της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων.
Τα χωριά ζούσαν κάτω από την κηδεμονία μεγαλοϊδιοκτητών και του χωροφύλακα. Ο αναλφαβητισμός οργίαζε και η καθαρεύουσα κατάπνιγε κάποια πνευματική πνοή. Και πάνω απ΄ όλα αυτά ξέσπασε ο πόλεμος του ΄97. Η ταπεινωτική ήττα αποκάλυψε πόσο βαθύ και εκτεταμένο ήταν το εθνικό απόστημα. Η πληρωμή σημαντικής πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία και ο Διεθνής οικονομικός Έλεγχος που μας επιβλήθηκε από τις μεγάλες δυνάμεις οδήγησαν σε μια νέα καθίζηση τον τόπο. Η φυγή απόμεινε η μόνη σωτηρία για πολλούς και έτσι άρχισε η ομαδική μετανάστευση. Η Αυλή θεωρούσε φέουδο της το στρατό και οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς να προσφέρουν στον τόπο τίποτα το νέο ή κάτι το αξιόλογο για τον τόπο. Μεγάλη δυσφορία επικρατούσε και στις τάξεις του Ελληνικού στρατού. Πρώτοι οργανώθηκαν οι υπαξιωματικοί που ίδρυσαν Στρατιωτικό Σύνδεσμό κάτω από την καθοδήγηση του λοχαγού και βουλευτή του Ριζοσπαστικού Κόμματος Γ. Καραϊσκάκη εγγονού του ήρωα του Εικοσιένα. Σε λίγο ανθυπολοχαγοί και υπολοχαγοί ιδρύουν δικό τους Σύνδεσμο και ακολουθούν οι λοχαγοί με το δικό τους Σύνδεσμο. Και οι τρεις σύνδεσμοι αρνήθηκαν να μυήσουν ανώτερούς αξιωματικούς του στρατού που τους θεωρούσαν όργανα της Αυλής.
Σκοπός των στρατιωτικών αυτών συνδέσμων ήταν η αναδιοργάνωση του στρατού με βασική προϋπόθεση την απομάκρυνση των πριγκίπων που τους λογάριαζαν κύριους υπόλογους της κακοδαιμονίας τους. Ιδιαίτερα ανεπιθύμητο θεωρούσαν τον διάδοχο Κων/νο που εξακολουθούσε να διοικεί το στράτευμα με τον ίδιο κύκλο των επιτελικών αξιωματικών που είχαν κατευθύνει τις επιχειρήσεις στον αποτυχημένο πόλεμο του ΄97.
Παρ΄ όλα αυτά και οι τρεις σύνδεσμοι που δημιουργήθηκαν ούτε στιγμή δεν σκέφτηκαν την ανατροπή του πολιτεύματος ή της δυναστείας του Γεωργίου του Α΄. Περιορίζονταν στην αναδιοργάνωση του στρατού και την απαλλαγή του από την ασφυκτική επιρροή του παλατιού. Αντίθετα σημαντικό μέρος του λαού και ιδιαίτερα οι φωτισμένες προσωπικότητες εκείνου του καιρού απέβλεπαν σε πιο ριζικές μεταβολές. Ο δημοσιογράφος Βλάσης Γαβριηλίδης έγραφε στην εφημερίδα του «Ακρόπολη»: «Έχομεν ανάγκη ριζικής επαναστάσεως εναντίο του κοτζαμπασισμού, εναντίο της φαυλοκρατίας, εναντίο της πολιτικής «πέκεη εφέντημ». Σκούπα εναντίο των πάντων. Το πρόγραμμα τούτο βγαίνει από τας ανάγκας μας. από την εθνικήν ψυχήν και τας νόσους της, από την πολιτικήν και τας καταστροφάς της, από τον οικονομικόν μας βίον, από την εθνικήν στρατηγική και τας βλακείας της, από το παθολογικό μουσείου της συναλλαγής και του γενιτσαρικού πανθέου της ολιγαρχικής τυραννίας».
Στον πολιτικό χώρο είχαν δημιουργηθεί διάφορες ομάδες, η σοβαρότερη από τις οποίες ήταν η «Κοινωνιολογική Εταιρία» που ιδρύθηκε το 1908 από επιστήμονες με πρωτοβουλία τον Άλεξ. Παπαναστασίου με μέλη τους Κουτούκη, Πετμέζα, Αραβαντινό, Αλεξ Δελμούζο, Σπ. Μελά κ.ά. Τα ιδανικά τους ξέφευγαν από τα καθιερωμένα τότε πλαίσια. Σε άρθρο που δημοσίευσε ο Άλεξ. Παπαναστασίου στην εφημερίδα «Πατρίς» στις 17 Φλεβάρη 1909 έγραφε μεταξύ των άλλων: «Πολλοί φρονούν ότι ο σοσιαλισμός είναι εχθρός της πατρίδας, όπως θα ιδείτε δεν υπάρχει τίποτα το ψευδέστερον από αυτό. Ο Ελλην σοσιαλιστής, κατά παρόμοιον τρόπον (δηλ. όπως ο Γάλλος, ο Άγγλος κ.τ.λ.) θέλει και ποθεί την απελευθέρωση του Έλληνος ραγιά και την θέλει και την ποθεί βέβαια βαθύτερα από κάθε πατριδο-ρήτορα εθνικόφρονα. Θέλει όμως συγχρόνως και την απελευθέρωσιν και του Βουλγάρου και του Τούρκου ραγιά.
Είχαν βέβαια προηγηθεί οι πρόδρομοι του σοσιαλισμού όπως ο Πλάτων Δρακούλης, με την εφημερίδα «Αρδην», οι, Σταύρος Καλλέργης και Ρόκκος Χοϊδας, με το σοσιαλιστικό Σύλλογο, ο Γ. Σκληρός με τη μελέτη του «το κοινωνικό πρόβλημα», ο Μαρίνος Αντύπας που έβγαζε στην Κεφαλλονιά την εφημερίδα «Αντίστασις», ο Κλεάνθης Τριανταφύλλου με το σατιρικοπολιτικό περιοδικό «Ραμπαγας» και αρκετοί άλλοι όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε επαρχιακές πόλεις, Κέρκυρα, Πάτρα, Βόλος, Σύρο, Κεφαλλονιά, Λάρισα κ.ά.
Ο «Ριζοσπαστικός Σύνδεσμος κυκλοφόρησε στις 9 του Φλεβάρη του 1909 το πρώτο φύλλο του εβδομαδιαίου δημοσιογραφικού του οργάνού με τον τίτλο «Ριζοσπάστης». Αμέσως έγινε φανερό, ότι γύρευε βασικές πολιτειακές μεταβολές καθώς πρώτοι αυτοί έριξαν το σύνθημα να συγκληθεί Συντακτική Συνέλευση.
Από όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω γίνεται φανερό πως το έθνος απαιτούσε μια αναδιάρθρωση πνευματική, πολιτική και κοινωνική. Τον εθνικό αυτό πόθο διετύπωσε εξαίρετα ο Γαβριληλίδης, σε άρθρο του στην εφημερίδα Ακρόπολη στις 22 του Μάη του 1909: «Αλλά τώρα εντός του κράτους, υπάρχουν άλλες τάξεις, άλλα στρώματα κοινωνικά, άλλα συμφέροντα, άλλα ιδεώδη, αν θέλετε άλλα ήθη, άλλη ηθική. Ίσως και άλλη μορφή γλώσσας, ακόμη ίσως και άλλης συνείδησις θρησκείας ουσιαστικότερης, χριστιανικοτέρας, ευαγγελιοτέρας, τα οποία όλα αυτά θέλουν να εκτοπίσουν την ολιγαρχία, η οποία διέφθειρε, έφθαρη, εξαντλήθη και αδυνάτισε, δια να ιδούν και αυτές ήλιον, δια να σχηματίσουν άλλο κράτος με άλλο δίκαιον, όχι το γενιτσαρικό ή το δίκαιο των οικοπεδοφάγων, άλλα σύνορα, άλλα οικονομικαί σχέσεις, άλλαι δυνάμεις, άλλες προόδους, άλλας μεταβολάς».
Στη δεύτερη συγκέντρωση της ομάδας των ανθυπολοχαγών και των υπολοχαγών που έγινε πάλι στο σπίτι του Θ. Πάγκαλου υπογράφηκε, γραμμένο με κόκκινο μελάνι σαν επαναστατικό κείμενο, το πρώτο πρωτόκολλο του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Χαρακτηριστικό είναι ότι σ΄ αυτό διατύπωναν την ευχήν η ηγεσία να ανατεθεί στον Ελευθ. Βενιζέλο που, για την αναμέτρησή του με τον Πρίγκιπα Γεώργιο, τον θεώρησαν «φυσικό πρόδρομό τους».
Ως τα τέλη του Μάη 1909 υπόγραψαν το πρωτόκολλο άλλοι σαράντα ανθυπολοχαγοί και υπολοχαγοί.
Παράλληλα οργανώθηκε και η ομάδα των λοχαγών με πρωτεργάτη τον πλοίαρχο Ζυμβρακάκη που σε αυτήν εντάχθηκαν και αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού με επικεφαλής τον υποπλοίαρχο Τυπάλδο. Οι δυο ομάδες ήλθαν σε επαφή και συμφώνησαν σε κοινή σύσκεψη να διατυπωθεί το τελικό πρωτόκολλο του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Η σύσκεψη έγινε τη νύχτα 25-26 Ιούνη στο σπίτι του υπολοχαγού Χρ. Χατζημηχάλη και στην οποία πήραν μέρος 181 αξιωματικοί από το βαθμό του ανθυπολοχαγού ως του ταγματάρχη (απ΄ αυτούς ήταν μόνο τρεις). Στη συζήτηση οι λοχαγοί συμφώνησαν στην απομάκρυνση των πριγκίπων από το στρατό και διαφώνησαν να προσκληθεί ο Βενιζέλος να αναλάβει την ηγεσία του κινήματος. Κοντά στη μια μετά τα μεσάνυχτα ο φρουρός φωνάζει: Ο Φρούραρχος, κι αμέσως μπαίνουν στην αίθουσα ο συνταγματάρχης Σχοινάς και ο υπασπιστής του Ίλαρχος, Μπενεψάλτης. Όλοι κατάλαβαν πως ο τελευταίος πρόδωσε την υπόθεση. Ο Σχοινάς κατηγόρησε το Χατζημηχάλη σαν συνωμότη κι εκείνος απάντησε: πως οι σκοποί των συγκεντρωμένων αξιωματικών ήταν πατριωτικοί και πρόσθεσε: «Σας προσκαλούμε κ. Φρούραρχε να προεδρεύσετε». «Τολμάτε να μου προτείνετε, του λέει ο Σχοινάς να γίνω συνομώτης; Σας θέτω υπό κράτηση. Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Μετά την απροσδόκητη αυτή διακοπή εξακολουθεί η συζήτηση και εκλέγεται με ψηφοφορία Διοικητική Επιτροπή του Συνδέσμου από εννιά ανθυπολοχαγούς και υπολοχαγούς και έξι λοχαγούς. Σε διακήρυξη της επιτροπής αναφέρονταν μεταξύ άλλων «θέλουμε την κατάργηση της δουλευτικής φεουδαρχίας η οποία τα δημόσια. Θέλομεν διοίκησιν όχι κλεφτοκοτάδων, λαφυραγωγών του Ταμείου, τυρρανικήν των πολιτών. Θέλομεν τα χρήματα του λαού να μην διαρπάγονται από τας ατίμους συμμορίας των κομμάτων και των αυλών. Θέλομεν άνδρας, θέλωμεν πατριώτας, θέλομεν τιμήν και χαρακτήραν.
Μετά απ΄ αυτά η κυβέρνηση Θεοτόκηδεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να παραιτηθεί, οπότε ο Βασηλιάς δίνει την πρωθυπουργία στο Δ. Ραλλή, ο οποίος γρήγορα μεταβλήθηκε σε βασιλικότερος του Βασιλέως. Κυκλοφόρησαν μετά δυο προκηρύξεις των υπαξιωματικών και των φοιτητών οι οποίες έκαναν μεγάλη εντύπωση.
Οι αξιωματικοί του Στρατιωτικοί Συνδέσμου αντιλαμβάνονταν την ανάγκη να αποκτήσουν ηγέτη. Για το πρόσωπο υπήρχαν αντιτιθέμενες απόψεις και στο τέλος η αρχηγία δόθηκε στο συνταγματάρχη του πυροβολικού Νικόλαο Ζορμπά, ηλικίας 65 χρόνων. Ήταν μορφωμένος και είχε διοικητικά προσόντα δεν ήταν όμως από τη στόφα που δημιουργούνται οι επαναστατικοί ηγέτες. Μερικοί μάλιστα τον χαρακτήριζαν νερόβραστο επαναστάτη.
Ο Ζορμπάς όταν ανάλαβε την αρχηγία προσπάθησε να βρει κάποια συμβιβαστική λύση και έρχεται σε έμμεση επαφή με την αυλή και την κυβέρνηση. Φυσικό ήταν η προσπάθεια του αυτή να θεωρηθεί απότοκη αδυναμιών στους κόλπους του Συνδέσμου.
Ο Ράλης αντί να συζητήσει τις προτάσεις που του έγιναν αποφασίζει να αποτάξει εννιά από τους πιο αδιάλακτους αξιωματικούς του Συνδέσμου ανάμεσα σ΄ αυτούς και τον ίλαρχο Ζυμβρακάκη, υπολοχαγό Π. Χατζημιχάλη, υπολοχαγό Θ. Πάγκαλο και τον υποπλοίαρχο Τουπάλδο. Ο βασιλιάς υπογράφει αμέσως το σχετικό διάταγμα. Σύγχρονα το υπουργείο Στρατιωτικών μεταθέτει από την Αθήνα σε επαρχιακές φρουρές πλήθος αξιωματικών καθώς και τον συνταγματάρχη Ζορπά που έπρεπε να παρουσιαστεί μέσα σε 48 ώρες στη φρουρά της Λάρισας. Μόλις δημοσιεύτηκαν τα διατάγματα αυτά αποφασίστηκε η οριστική ρήξη για τις 14 με 15 Αυγούστου με τόπο συγκέντρωσης το Γουδί.
Στο μεταξύ ο πρωθυπουργός και όλοι οι υπουργοί συγκεντρώνονται στο υπουργείο των Στρατιωτικών για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.
Το πρωί τις 15 Αυγούστου είχαν συγκεντρωθείς το Γουδί 450 αξιωματικοί και υπαξιωματικοί όλων των όπλων, 2.650 οπλίτες και ναύτες, 250 ιππείς και 12 πυροβόλα. Καμιά πια δυνατότητα δεν είχε το κατεστημένο να αποτρέψει την εξέγερση.
Ο Ράλλης τότε παίρνει τηλέφωνο το Βασιλιά Γεώργιο του υποβάλλει την παραίτησή του και προτείνει ο σχηματισμός κυβέρνησης να ανατεθεί στον επικεφαλής του επαναστατικού κινήματος. Ο διάδοχος Κων/νός αποκρούει την πρόταση του Ράλλη να δοθεί η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο Συνταγματάρχη Ζορμπά. Αποφασίστηκε τότε να δοθεί η εντολή στην Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Εκείνος είχε «ενδοιασμούς και λέει στο Γεώργιο ότι δεν είναι δυνατόν οι επαναστάτες να συνθηκολογήσουν άνευ όρων. Πρέπει να πληροφορηθούμε τα αιτήματά τους. Ο Γεώργιος πολύπειρος σε ελιγμούς καταλαβαίνει πως εκείνη την ώρα το μόνο που είχε σημασία ήταν να σωθεί το στέμμα και του λέει: «Να τα δεχθείτε όλα κ. Μαυρομηχάλη». Εκείνος στέλνει αμέσως γράμμα στο Ζορμπά του γνωρίζει ότι πήρε εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης κι αφού του πρότεινε να συμπεριληφθεί σ΄ αυτήν σαν υπουργός του ζητούσε να συναντηθούν «προς εξομάλυνση της κατάστασης». Ο Ζορμπάς κάλεσε αμέσως σύσκεψη αξιωματικών. Πολλοί υποστήριξαν πως όχι μόνο ο Ζορμπάς έπρεπε να δεχθεί την πρόταση για συμμετοχή του στην κυβέρνηση μα και να ζητήσουν όπως όλα τα στρατιωτικά υπουργεία μαζί και το υπουργείο των εσωτερικών να δοθούν σε εκπροσώπους του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ο Ζορμπάς όμως δεν δέχεται το αίτημά τους. «Δεν πρέπει, είπε, να φθείρουμε την επανάστασή μας μετατρέποντας την σε κόμμα. Αν η πλειοψηφία δεν εγκρίνει την άποψή μου είμαι έτοιμος να παραιτηθώ». Μπροστά σ΄ αυτή την απειλή η Διοικητική Επιτροπή βρίσκει μια μέση λύση. Υποδείχνουν υπουργό τον Ναυτικών τον πλοίαρχο Ι. Δαμιανό, και άφησαν στο Μαυρομιχάλη την εκλογή του υπουργού των Στρατιωτικών από τις τάξεις των ανώτερων αξιωματικών, αποδεκτού όμως από το Σύνδεσμο, όπως και έγινε. Έθεσαν επίσης στην κυβέρνηση και άλλα αιτήματα μαζί και το αίτημα να δοθεί αμνηστία στους επαναστάτες. Το αίτημά τους αυτό φανέρωνε, περισσότερο από κάθε τι άλλο, τη σύγχυση της ηγεσίας του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ίσως είναι η μοναδική περίπτωση που ένα νικηφόρο κίνημα αντί να παραχωρεί αμνηστία, να ζητά το ίδιο να αμνηστευθεί.
Τόσο η Αυλή όσο και η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη αντιλαμβάνονταν πως ο μόνος τρόπος κατευνασμού των στρατιωτικών ήταν η προσωρινή απομάκρυνση των πριγκίπων από την Ελλάδα. Βάζουν τότε σε διαθεσιμότητα τον διάδοχο Κων/νο και στους πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορο δίνουν τρία χρόνια άδεια «μετά πλήρων αποδοχών» για μετεκπαίδευση σε στρατιωτικές σχολές στη Γερμανία.

Το συλλαλητήριο των Συντεχνιών.
Φεύγοντας ο διάδοχος Κων/νος για την Ευρώπη περνά από την Κέρκυρα όπου σε δηλώσεις που κάνει επικρίνει το Στρατιωτικό Σύνδεσμο και ο Θεοτόκης σε συνέντευξή του στο δημοσιογράφο Πώπ, λέει πως η χώρα κυβερνιόταν από στρατιωτικούς, ερήμην του λαού και ότι ο βασιλιάς φαινομενικά μόνο δέχτηκε τα αιτήματα των επαναστατών. Παρόμοιες δηλώσεις έκανε και ο Ράλλης. Από τη μεριά του ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος για να αποδείξει πως είχε με το μέρος του την απόλυτη πλειοψηφία του λαού παροτρύνει τις Συντεχνίες να οργανώσουν εκδήλωση συμπαράστασης.
Στις 14 του Σεπτέμβρη το απόγευμα πλήθος κόσμου, άνδρες, γυναίκες ακόμα και παιδιά – ξεχύθηκαν από τις συνοικίες στο Πεδίο του Άρεως. Τέτοια εκδήλωση δεν είχε δει ποτέ έως τότε η Αθήνα. Μερικοί ανέβαζαν τους διαδηλωτές σε 100.000 και οι πιο μετριοπαθείς σε 70.000. Οι Μακεδονομάχοι και οι απόμαχοι αγωνιστές της Κρήτης αποθεώθηκαν.
Στην πρόχειρη εξέδρα που στήθηκε ο πρόεδρος των Συντεχνιών Παπαφώτης άρχισε να μιλά «ο λαός, φωνάζει ο Παπαφώτης, πρέπει να εγκολπωθεί την επανάσταση γιατί είναι σάρξ εκ της σαρκός μας και οστούν εκ των οστέων μας. Ζητούμε την κατάργηση της κομματικής συναλλαγής. Ζητούμε τα φορολογικά βάρη να μην απομυζούν πια το λαό μα να αντληθούν από το περίσσευμα των κεφαλαιούχων». Τα πλήθη αποθέωσαν τον ομιλητή ο οποίος συνέχισε να λέει: Γυρεύουμε να θεσπισθεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, να ψηφιστούν νόμοι κατά της συναλλαγής να προστατευθούν η γεωργία, η κτηνοτροφία, το εμπόριο, η ναυτιλία, να καλυτερεύσει η τύχη του εργάτη, να χτυπηθεί η τοκογλυφία. Και ο Παπαφώτης τελειώνει: «Ο λαός αγρυπνά θα παρακολουθεί την πραγματοποίηση των αιτημάτων του. Έτσι ο Παπαφώτης είχε γίνει ο εκφραστής των λαϊκών επιθυμιών γιατί τέτοιες θέσεις με αναμορφωτικό περιεχόμενο δεν είχε ποτέ υποστηρίξει ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος.
Μα η καταπληκτική αυτή σε όγκο και παλμό συγκέντρωση τελείωσε με τον πιο παράδοξο τρόπο. Κάποιος από την εξέδρα φώναξε πως θα έπρεπε να πάνε στο παλάτι να ευχαριστήσουν το Βασιλιά και το Μαυρομιχάλη για τις ανακαινιστικές αποφάσεις που πήραν. Και όλο αυτό το πλήθος χωρίς την παραμικρή αντίρρηση ξεκίνησε για το παλάτι. Και ο Γεώργιος ικανοποιημένος που η εκδήλωση που υποκίνησε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος μετατράπηκε σε επιβεβαίωση πίστης στο θρόνο λέει με κάποια δόση ειρωνείας στο πλήθος: «Σας συγχαίρω δια τας ζητωκραυγάς σας και για την ειρηνική και νομοταγήν εκδήλωσιν των ευχών σας». Με άλλα λόγια τους είπε ότι ουσιαστικά τίποτα δεν είχε αλλάξει. Χρειάζεται επίσης να προστεθεί πως στο Φάληρο είχαν αράξει δυο αγγλικά θωρικτά για να προστατέψουν το θρόνο τους.
Ναυμαχία της Σαλαμίνας
Δεν άργησε να γίνει φανερό πως και αυτά τα περιορισμένα αιτήματα του Στρατιωτικού Συνδέσμου δεν πραγματοποιούνταν. Η βουλή όπου ο παλαιοκομματισμός είχε την απόλυτη πλειοψηφία κωλυσιεργούσε στην ψήφιση νόμων για οποία ουσιαστική αλλαγή ή αναδιοργάνωση του στρατού. Οι δισταγμοί του αμφιταλαντευομένου Ζορμπά, προκαλούσε τη θλίψη των πιο ριζοσπαστικών στοιχείων του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ιδιαίτερα αγανακτισμένοι ήταν οι κινηματίες του πολεμικού ναυτικού. Φιλομοναρχικοί αξιωματικοί να τους προπηλακίζουν να τους αποκαλούν προδότες, να τους τιμωρούν για φανταστικά παραπτώματα ακόμα και να τους δέρνουν. Ο Τυπάλδος ζητά να λυθούν δυναμικά τα ζητήματα του ναυτικού. Η Επιτροπή δεν συμφωνεί και τότε ο Τυπάλδος απειλεί πως οι αξιωματικοί του ναυτικού που ήταν μέλη του Συνδέσμου θα έλυναν δυναμικά τα ζητήματά τους. Παίρνει τους ομοϊδεάτες του και να τη νύχτα φτάνουν στο ναύσταθμο. Απομακρύνουν από τα αντιτορπιλικά τους αντιφρονούντες αξιωματικούς και μέσα σε λίγες ώρες τα καθιστούν ετοιμοπόλεμα. Ο Ζορμπάς συγκαλεί την Εκτελεστική Επιτροπή που έπειτα από εισήγησή του διαγράφει από μέλη του Συνδέσμου του Τυπάλδο και όσους τον ακολουθούν, χαρακτηρίζουν αντιπειθαρχικό το κίνημά τους και ανοικτά υποστηρίζουν την κυβέρνηση να το εξουδετερώσει. Ακολούθησε ναυμαχία ανάμεσα στα αντιτορπιλικά και τα θωρηκτά με επικεφαλής το ναύαρχο Μιαούλη με αποτέλεσμα οκτώ σκοτωμένους και πέντε τραυματίες. Ο Τυπάλδος και άλλοι επτά αξιωματικοί μπαίνουν σε μια άκατο και βγαίνουν στην αντικρινή στεριά. Αργότερα ο Τυπάλδος θα γράφει: «Πήραμε τα βουνά Πατέρα όπου επί τρία ημερόνυχτα περιπλανηθήκαμε, πεινασμένοι, διψασμένοι και τιμωρούμενοι γιατί ζητήσαμε καλύτερο ναυτικό και πιστέψαμε σε μια καλύτερη Ελλάδα». Χωρίστηκαν σε μερικές ομάδες προσπαθώντας να μπουν στην Αθήνα μα όλοι πιάστηκαν.
Το άδοξο τέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου
Έπειτα από την αιματηρή αυτή εμφύλια σύγκρουση γινόταν φανερό κάθε μέρα που περνούσε πως ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος οδηγούνταν σε διάλυση. Ο Ζορμπάς εισηγήθηκε στην επιτροπή την ανάθεση της ηγεσίας του Συνδέσμου στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η επιτροπή αποδέχτηκε την πρόταση και έστειλαν στα Χανιά το λοχαγό Ι. Κονταράτο εφοδιασμένο με γράμμα του Ζορμπά. Ο Βενιζέλος απάντησε ότι δεν ήταν έτοιμος να αναλάβει την αρχή εάν δεν είχε πεισθεί ότι το συμφέρον του Έθνους του επέβαλε τούτο ως επιτακτικό καθήκον. Δεν πέρασε όμως ούτε ένας χρόνος και ο Βενιζέλος ορκίζονταν πρωθυπουργός της Ελλάδας. Σχετικά με τα γεγονότα του 1909 ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος, έγγραφε «Έγινε ότι μπορούσε να γίνει. Όταν με τέτοια προοπτική εξετάζουμε τη στρατιωτική επανάσταση του 1909 είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε πως αν δεν σημείωσε μεγάλο σταθμό έδωσε ένα δυνατό σκούντημα στον τροχό της νεοελληνικής ιστορίας».

Βιβλιογραφία: Τάσου Βουρνά Γουδί το κίνημα του 1909, Γιάννη Κορδάτου, ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Στέφανού Σαράφη ιστορικές αναμνήσεις, Σπύρου Μελά η Επανάσταση του 1909 κ.ά.