Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

Ο Δημοκρατικός Στρατός στην Κρήτη




Ο Δημοκρατικός Στρατός στην Κρήτη

Ο καπετάν Γιάννης Ποδιάς
Η ιστορία του ΔΣΕ αποτελεί κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Κάθε ελάχιστη ιστορική στιγμή φωτίζει πλευρές που εμπνέουν και συσσωρεύουν πολύτιμη πλούσια πείρα. Πρόκειται για την ένοπλη μαζική λαϊκή πάλη ενάντια στην ένοπλη θεσμική κρατική βία. Ταυτόχρονα, πρόκειται για αγώνα αντιιμπεριαλιστικό - διεθνιστικό, αφού η πάλη του ΔΣΕ συνέβαλε στον αγώνα των λαών την περίοδο που ξεκινούσε ο λεγόμενος ψυχρός πόλεμος.

Η μελέτη της Ιστορίας του επιβάλλεται για κάθε αγωνιστή. Για κάθε άνθρωπο που ασφυκτιά και δεν μπορεί να συμβιβαστεί στο άδικο εγκληματικό σύστημα της εκμετάλλευσης. Είναι η γνώση και η πείρα που καλλιεργεί ανυπότακτες συνειδήσεις. Για παράδειγμα, καθόλου δεν έχει χάσει την επικαιρότητά του και σήμερα το ερώτημα: Υποταγή ή αντίσταση, συναίνεση ή ρήξη, καπιταλισμός ή σοσιαλισμός; Οι γυναίκες και οι άντρες του ΔΣΕ έδωσαν τη δική τους απάντηση...

Ο αγώνας του ΔΣΕ και τα μηνύματά του παραμένουν ολοζώντανα και συνεχίζουν να παρακινούν σε αγώνες την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

Ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει συνοπτικά πλευρές από την ιστορία και δράση του ΔΣΕ στην Κρήτη, όπως καταγράφηκαν στην «Τρίχρονη Εποποιία του ΔΣΕ» (Εκδόσεις «Ριζοσπάστης - Σύγχρονη Εποχή», καθώς και το χρονικό της μεγάλης μάχης που έδωσε ο ΔΣΕ,στην περιοχή της Λοχριάς, στον Ψηλορείτη, σύμφωνα με μαρτυρία του Αντώνη Φασατάκη. Οι υπότιτλοι είναι δικοί μας.
Οι πρώτες ομάδες

Στην Κρήτη, αρχικά, στους μαζικούς και μαχητικούς αγώνες, που συσπείρωναν την πλειοψηφία του λαού, συμμετείχε κι ένα τμήμα του κόμματος των Φιλελευθέρων, από το οποίο προερχόταν και ο βουλευτής Γιαμαλάκης.

Σύντομα, όμως, η ηγεσία των Φιλελευθέρων, υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο, συσπειρώθηκε με την ντόπια αντίδραση για να τσακίσει το λαϊκοαπελευθερωτικό κίνημα.

Σε αντίδραση των τρομοκρατικών ενεργειών τους, συγκροτήθηκαν οι πρώτες ομάδες των καταδιωκόμενων αγωνιστών, που σχετικά σύντομα μετασχηματίστηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό της Κρήτης. Επρόκειτο για την εκτόπιση 12 ΕΑΜικών στελεχών από τα Χανιά, για τις επιδρομές κρατικών και παρακρατικών τρομοκρατών κατά των γραφείων του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και της εφημερίδας Δημοκρατία και για τη δημιουργία από εγκληματικά στοιχεία ειδικού σώματος χωροφυλάκων «άνευ θητείας». Στο νομό Χανίων μάλιστα, τους «άνευ θητείας» χωροφύλακες τους οργάνωσε ο απόστρατος συνταγματάρχης Π. Γύπαρης, που, όταν του διαμαρτυρήθηκαν ομοϊδεάτες του για τις απαράδεκτες επιλογές του, χαρακτήρισε τους εκλεκτούς του «καθάρματα», με τα οποία, ωστόσο, «θα έκανε τη δουλειά του».1

Η αντάρτικη δραστηριότητα στην Κρήτη άρχισε στα τέλη του Απρίλη του 1947, όταν στον Ταυρωνίτη των Χανίων αντάρτικες ομάδες χτύπησαν σε ενέδρα τμήμα 35 χωροφυλάκων και στρατιωτών και το διέλυσαν. Στη μάχη σκοτώθηκε ο μοίραρχος Σαριδάκης, ένας στρατιώτης και ένας χωροφύλακας και αιχμαλωτίστηκε το μεγαλύτερο μέρος του τμήματος.

Την ίδια εποχή, έκανε την εμφάνισή της στην Ανατολική Κρήτη η αντάρτικη ομάδα του Γιάννη Ποδιά, παλιού καπετάνιου του ΕΛΑΣ, που μαζί με τον, επίσης, ΕΛΑΣίτη καπετάνιο Νίκο Σαμαρίτη υπήρξε θρυλικό πρόσωπο για την περιοχή. Επρόκειτο για μια ολιγάριθμη ομάδα, η οποία, ωστόσο, πολύ γρήγορα ενισχύθηκε με την προσχώρηση σ' αυτήν πλήθους στρατιωτών, που είχαν δραπετεύσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αγίου Νικολάου Λασηθίου.

Για το στρατόπεδο αυτό, αλλά και για τη δραπέτευση και προσχώρηση πολλών στρατιωτών του στην ομάδα του Ποδιά, υπάρχει η παρακάτω σχετική μαρτυρία - δοσμένη από κρατούμενο του εν λόγω στρατοπέδου και κατοπινό μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού:

«Στα τέλη του 1946 υπήρχαν στην Κρήτη δυο στρατόπεδα Σκαπανέων - το ένα στο Ρέθυμνο και το άλλο στον Αγιο Νικόλαο Λασηθίου - που αριθμούσαν συνολικά γύρω στους τρεις χιλιάδες στρατιώτες. Στις αρχές του 1947 τα στρατόπεδα αυτά διαλύθηκαν και κρατήθηκαν μόνο οι πιο "επικίνδυνοι", που συγκεντρώθηκαν στον Αγιο Νικόλαο - γύρω στους 120 με 125.

Ζούσαμε εκεί κάτω από τραγικές συνθήκες. Ο ταγματάρχης Κωνσταντόπουλος, διοικητής του στρατοπέδου, οι Αλφαμίτες γιοι του και άλλοι τραμπούκοι, τρομοκρατούσαν τους κρατούμενους με απειλές, βρισιές, προκλήσεις και περιορισμούς.

Στο τέλος του δεύτερου δεκαήμερου του Απρίλη και αφού η Οργάνωση Περιοχής Κρήτης του ΚΚΕ ενέκρινε τη σχετική πρόταση της κομματικής οργάνωσης του στρατοπέδου, πήραμε το δρόμο για το βουνό. Εκείνες τις μέρες είχαν έλθει βάσιμες πληροφορίες ότι σχεδίαζαν (οι στρατιωτικές αρχές) να μας στείλουν για εξόντωση στην κόλαση της Μακρονήσου (...).

Με όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις και τη μυστικότητα αποδράσαμε από το στρατόπεδο και συναντηθήκαμε, κατάκοποι λόγω της απόστασης, με την ομάδα του Ποδιά στη θέση Καθαρό.

Την ομάδα αυτή την αποτελούσαν ο Γιάννης Ποδιάς, ο Μήτσος Παπάς (και άλλοι οχτώ καταδιωκόμενοι αγωνιστές). Με τους 55, που φύγαμε από τον Αγιο Νικόλαο, η δύναμη της ομάδας ανήλθε στους 65».2

Λίγες μέρες μετά την προσχώρηση των 55 στρατιωτικών στην ομάδα του Ποδιά συγκροτήθηκε η νέα διοίκησή της, την οποία αποτέλεσαν ο Ποδιάς, ως αρχηγός, ο Παπάς, ως υπαρχηγός, ο Αριστείδης Λαμπρούλης, ως στρατιωτικός υπεύθυνος, ο Μανώλης Φραγκιαδάκης, ως πολιτικός επίτροπος, και ο Γιάννης Ρουκουνάκης, ως ομαδάρχης.
Στις μάχες

Η πρώτη αξιόλογη σύγκρουση της ομάδας του Ποδιά με κυβερνητικές δυνάμεις σημειώθηκε στα Λασηθιώτικα Βουνά, στη θέση Σκοτεινά Λακκάκια, όπου ο εχθρός πανικοβλήθηκε και ένας χωροφύλακας σκοτώθηκε. Η σημαντικότερη, όμως, επιχείρηση της ομάδας πραγματοποιήθηκε στις 9 του Μάη, όταν αυτή χτύπησε και κατέλαβε, ύστερα από εφτάωρη μάχη, την Ιεράπετρα, επιφέροντας στον αντίπαλο σημαντικές απώλειες σε νεκρούς. Ανάμεσα μάλιστα στους νεκρούς του αντιπάλου περιλαμβάνονταν και 11 Αλβανοί, παλιοί συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών, που τώρα είχαν προσκολληθεί στη χωροφυλακή.

Την ίδια μέρα της κατάληψης της Ιεράπετρας από τους αντάρτες του Ποδιά, εκατοντάδες λαού συγκεντρώθηκαν μπροστά στη Νομαρχία Ηρακλείου και άρχισαν να ζητούν να φύγουν ο Γύπαρης και οι χωροφύλακές του από την Κρήτη, να επανέλθουν οι εξόριστοι ΕΑΜίτες στα σπίτια τους και να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος στο νησί. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η στάση του νομάρχη Νάθαινα, που ανήκε στο Λαϊκό Κόμμα, αλλά και της μεγάλης μερίδας των βενιζελικών πολιτευτών, καθώς και των βενιζελικών «καπεταναίων», και κατά πρώτο λόγο του Εμμανουήλ Μπαντουβά, οι οποίοι σε σύσκεψη που είχε συγκροτηθεί πριν από πέντε μέρες, είχαν, χωρίς συζήτηση, απορρίψει την οποιαδήποτε συμφιλίωση με τις ΕΑΜικές δυνάμεις. Στη σύσκεψη μάλιστα αυτή, αναφερόμενος ο διαλλακτικός βενιζελικός βουλευτής Γιαμαλάκης είχε δηλώσει τότε στον Ριζοσπάστη: «Μετά την αποδοκιμασίαν μου από τους δυναμικούς καπεταναίους και την σύσκεψιν της Δευτέρας (5ης Μαΐου), όπου επήραν μέρος οι βενιζελικοί οπλαρχηγοί με τον λαϊκόν νομάρχην και τας αστυνομικάς αρχάς, αδυνατώ πλέον να αναμιχθώ εις την συμφιλιωτικήν προσπάθειαν. Ετόνισα προς όλας τας κατευθύνσεις ότι είναι αδύνατον να ηρεμήσουν τα πνεύματα, εάν ικανοποιηθή η αξίωσις των λεγομένων καπεταναίων να αναλάβουν αυτοί την εκπροσώπησιν του κράτους εις την δίωξιν των ενόπλων. Ούτοι, ιδιαιτέρως δε ο Μπαντουβάς, εμπνέονται από αφάνταστον φιλοδοξίαν».
Οι βενιζελικοί «οπλαρχηγοί», κόντρα στον ΔΣΕ

Στις 11 του Μάη ο Μπαντουβάς και οι υπόλοιποι βενιζελικοί οπλαρχηγοί κυκλοφόρησαν «προκήρυξιν προς τον κρητικόν λαόν», με την οποία τον πληροφορούσαν ότι «εις την καταβαλλομένην προσπάθειαν του έθνους ήρχοντο συνεπίκουροι και βοηθοί των νομίμων αρχών του κράτους, τασσόμενοι υπό τας διαταγάς και παρά το πλευρόν των διά την πάταξιν της ανταρσίας». Ο νομάρχης προσπάθησε να αντιδράσει στην πρωτοφανή αυτή ενέργεια των οπλαρχηγών και δήλωσε ότι «θα πατάξη κάθε ένα, που θα οπλισθή με το πρόσχημα ότι θα κτυπήση την ανταρσίαν» - πολύ γρήγορα, όμως, αντελήφθη την κατάσταση και δεν προχώρησε σε καμιά ενέργεια κατά των βενιζελικών «καπεταναίων», όταν αυτοί επικήρυξαν ως ληστές με δέκα εκατομμύρια δραχμές τον καθένα, τον Ποδιά και μαζί του δυο άλλα δυναμικά στελέχη των ανταρτών - τον Παπά και τον Ρουκουνάκη.

Η ομάδα του Ποδιά, ωστόσο, συνέχισε τη δράση της στην Ανατολική Κρήτη και είχε ορισμένες επιτυχίες. Ετσι, στις 14 και στις 15 του Μάη, χτύπησε παρακρατικούς του Μπαντουβά και στρατιώτες στη θέση του «Ξινογιώργη η Κορφή», στις 23 του ίδιου μήνα κέρδισε μικρή μάχη με χωροφύλακες στο χωριό Κασάνοι του Ηρακλείου και στις 18 του Ιούνη αναμετρήθηκε με τον εχθρό και του προκάλεσε φθορές στη θέση Μαύρος Κόλυμπος του Λαρανίου, χωριού του Ποδιά. Στις 27 του ίδιου μήνα, όμως, ομάδα δέκα ανταρτών της περιοχής υπό τον Βασίλη Πλαγιωτάκη καταστράφηκε από μονάδα του Μπαντουβά στο βουνό της Σμπάρου, όπου είχε σταλεί, για να δημιουργήσει μικρό αντάρτικο συγκρότημα.

Την ίδια εποχή στο δυτικό τμήμα του νησιού είχαν ήδη αναπτυχθεί τρία ισχυρά αντάρτικα συγκροτήματα. Το πρώτο από τα συγκροτήματα αυτά δρούσε στην περιοχή Κισσάμου και Σελίνου, με αρχηγό τον Γ. Κοδέλα, το δεύτερο στην Κυδωνία, με επικεφαλής τον Γιάννη Μπαντουρογιάννη και τον Πίσσα, και το τρίτο στον Αποκόρωνα, με ηγέτη τον Γ. Σπανουδάκη ή Χειμώνα.

Παράλληλα, δρούσαν στις ίδιες περιοχές και μικρές ανεξάρτητες ομάδες, καθώς και ομάδες αυτοάμυνας - ενώ σε ώρα ανάγκης μπορούσαν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού της Δυτικής Κρήτης να ενισχυθούν με τριακόσιους επιπλέον ενόπλους μόνο στον παλαιό Δήμο του Πελεκάνου της επαρχίας του Σελίνου.

Με τον εμφύλιο πόλεμο στην Κρήτη ασχολούνται αναλυτικά ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γιώργης Τσομπανάκης, μαχητές και οι δυο του Δημοκρατικού Στρατού, που δεν παραδόθηκαν ποτέ, αλλά έζησαν κυνηγημένοι στα βουνά τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια και οι οποίοι σε πολυσέλιδο βιβλίο τους γράφουν συγκεκριμένα:

«Το αντάρτικο στην Κρήτη (τον Απρίλη του 1947) είχε ξεφαντώσει. Στον Αποκόρωνα, στην Κυδωνία, στον Κίσσαμο, στο Σέλινο, παντού υπήρχαν αντάρτικες ομάδες και άρχιζαν τη δράση. Στα ορεινά μέρη καταλάβαιναν τους σταθμούς (χωροφυλακής), έκοβαν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες και γενικά (τα μέρη αυτά) ήταν υπό τον έλεγχό τους. Ακουγε ο κόσμος για τη δράση του αντάρτικου στην ηπειρωτική Ελλάδα και έπαιρνε θάρρος. Η κυβέρνηση έκανε επιστράτευση και πολλοί στρατιώτες δεν πήγαιναν στο στρατό, αλλά λιποταχτούσαν. Αλλοι έρχονταν στις αντάρτικες ομάδες και άλλοι γύριζαν στα χωριά τους».3

Το Δημοκρατικό Στρατό της Κρήτης αποτελούσαν εμπειροπόλεμα συγκροτήματα σε όλη σχεδόν την έκταση του νησιού. Στο συγκρότημα μάλιστα του Νομού Χανίων ήταν ενσωματωμένη μια ξεχωριστή διμοιρία γυναικών, με επικεφαλής την Γεωργία Σκευάκη, καθώς και μια ομάδα της Δημοκρατικής Νεολαίας, η οποία είχε πάρει μέρος σε όλες τις επικίνδυνες αποστολές και σε όλες τις αποφασιστικές συγκρούσεις, που είχαν κατά καιρούς σημειωθεί στην περιοχή.

Η πιο εντυπωσιακή επιχείρηση του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη ήταν εκείνη στο αεροδρόμιο του Μάλεμε, όπου υπήρχε λόχος εκατό σμηνιτών. Ισχυρή δύναμη ανταρτών είχε κατέβει στο χωριό Πρασέ με τρία αυτοκίνητα, είχε καταλάβει θέσεις γύρω από το αεροδρόμιο και στη συνέχεια είχε στείλει μια μικρή ομάδα από δέκα άνδρες μέσα σ' αυτό, για να καλέσουν τη φρουρά να προσχωρήσει στις γραμμές τους. Προσχώρησαν με προθυμία 64 σμηνίτες, οι οποίοι, αφού φόρτωσαν στα αυτοκίνητα της αεροπορικής βάσης όλο τον οπλισμό της μονάδας τους - και μεταξύ των άλλων τρία βαριά πολυβόλα και τον ασύρματο - κατευθύνθηκαν μαζί με τους αντάρτες προς την Κακόπετρα, όπου ήταν η έδρα του Δημοκρατικού Στρατού της περιοχής.

Από τις 28 μέχρι τις 30 του Ιούνη 1947 πάνω από εκατό αντάρτες του Ποδιά χτύπησαν τμήματα χωροφυλάκων και παρακρατικών του Κατσιά και του Μπαντουβά στην επαρχία της Αμαρίας, στον Ψηλορείτη, με αποτέλεσμα να τα διαλύσουν. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη, μετά την επιχείρηση της Ιεράπετρας, επιτυχία της ομάδας αυτής, της οποίας η διοίκηση είχε συμπληρωθεί από τον Θεόφιλο Τρουλλινό, ως ομαδάρχη, τον δικηγόρο Γεώργιο Σμπώκο και τον γιατρό Μιχάλη Χριστοφοράκη.

Το Μάρτη του 1948 ισχυρή ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού και τμήμα της ομάδας της Δημοκρατικής Νεολαίας χτύπησαν στον εθνικό δρόμο, μεταξύ των χωριών Νεοχωρίου και Αγίων Πάντων, της επαρχίας Αποκορώνου, πομπή αυτοκινήτων, στα οποία επέβαιναν 27 βουλευτές του κόμματος των Φιλελευθέρων και διπλωματικοί εκπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και της Γαλλίας, που μετέβαιναν στο Ακρωτήρι των Χανίων, για να συμμετάσχουν σε μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ολοι αυτοί είχαν ξεκινήσει από τον Αγιο Νικόλαο του Λασιθίου και κατευθυνόμενοι προς τα Χανιά, είχαν σταματήσει στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο και σε ορισμένα μικρά αστικά κέντρα, όπου με σύντομες ομιλίες τους είχαν προβάλει την αναγκαιότητα της συγκρότησης ειδικής Μεραρχίας Κρητών εθελοντών, οι οποίοι «θα συνέβαλλαν αποφασιστικώς εις την εκκαθάρισιν της χώρας εκ του συμμοριτισμού από Θράκης μέχρι Ταινάρου».

Αποτέλεσμα της ένοπλης προσβολής της εν λόγω πομπής - που συνέπεσε με οργανωμένη επίθεση άλλης αντάρτικης ομάδας στις αγροτικές φυλακές της Αγιάς, 5 χιλιόμετρα έξω από τα Χανιά - υπήρξε ο τραυματισμός ενός βουλευτή, η πρόκληση ζημιών σε μερικά αυτοκίνητα και κυρίως ο πανικός των βουλευτών, των ξένων διπλωματών και της αστυνομικής συνοδείας τους. Ηταν μάλιστα τόσο μεγάλος ο πανικός τους, ώστε το επίσημο γεύμα ζήτησαν και δόθηκε όχι στο χώρο που είχε προγραμματιστεί, αλλά στο πολεμικό πλοίο, που είχε μεταφέρει στην Κρήτη, ειδικά για το μνημόσυνο, τον Σοφοκλή Βενιζέλο.

Το Αρχηγείο των ανταρτών του Νομού Χανίων απένειμε έπαινο στους μαχητές που συμμετείχαν στην προσβολή της πομπής και ο ραδιοσταθμός της «Ελεύθερης Ελλάδας» αναφέρθηκε επανειλημμένα στο περιστατικό. Επρόκειτο, άλλωστε, για πολύ εντυπωσιακό και ταπεινωτικό για τους κυβερνητικούς γεγονός, εξαιτίας του οποίου απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους ο γενικός διοικητής της Κρήτης, ο διοικητής της εκεί χωροφυλακής και ο φρούραρχος Χανίων.4
Οι «στάβλοι του Μπαντουβά»

Για την αντιμετώπιση του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη η κυβέρνηση της Αθήνας υποχρεώθηκε, τελικά, να μεταφέρει στη Μεγαλόνησο ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Φραγκιαδάκη. Παράλληλα, ενίσχυσε την εθνοφυλακή και τις παρακρατικές συμμορίες, των οποίων η εγκληματική δράση ήταν ήδη πλούσια στο νησί.

Σε κάποια από τις προσωπικές μαρτυρίες αυτές αναφέρεται σχετικά:

«Για να κάμψουν το δημοκρατικό φρόνημα του κρητικού λαού το κράτος και το παρακράτος των Μπαντουβάδων εξαπόλυσαν βάρβαρη και αιματηρή τρομοκρατία. Ομαδικές συλλήψεις, μεσαιωνικοί βασανισμοί, εκτελέσεις και δολοφονίες αγωνιστών απλώθηκαν σε όλους τους νομούς του νησιού.

Οι "στάβλοι του Μπαντουβά" ήταν η Μακρόνησος της Κρήτης. Εκατοντάδες αντιστασιακοί και άλλοι προοδευτικοί άνθρωποι πέρασαν από τους "στάβλους" αυτούς. Εκεί δολοφονήθηκε, όντας αιχμάλωτος, ο Γιάννης Ρουκουνάκης. Εκεί, επίσης, δολοφονήθηκαν η παιδαγωγός και λαογράφος Μαρία Λιουδάκη, η Μαρία Δρανδάκη, ο γεωπόνος Μιχάλης Λαμπράκης (και πολλοί άλλοι αγωνιστές). Στις 12 του Ιούνη 1947, εξάλλου, πέθανε στην Ασφάλεια Ηρακλείου, ύστερα από βασανιστήρια, ο Στρατής Περγαλίδης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου της πόλης, ενώ σε εκδήλωση διαμαρτυρίας εργατών για τη σύλληψή του δολοφονήθηκαν οι αδελφοί Χρήστος και Κώστας Χατζηγεωργίου».5

Την άνοιξη του 1948 άρχισαν από τον κυβερνητικό στρατό οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με τις οποίες ασχολούμενοι στο βιβλίο τους οι Μπλαζάκης και Τσομπανάκης γράφουν:

«Οι αρχές ανησύχησαν πολύ με τη δράση του Δημοκρατικού Στρατού (κυρίως) στο νομό Ηρακλείου και αποφάσισαν να χτυπήσουν το αντάρτικο του νομού. Συγκέντρωσαν μεγάλες δυνάμεις και άρχισαν μεγάλης κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Ο νομός Ηρακλείου δεν έχει ψηλά βουνά, εκτός από τον Ψηλορείτη, στα σύνορα με το Ρέθυμνο, και δεν προσφέρεται για μεγάλη δύναμη ανταρτών, εκτός αν υπερτερούν από τον αντίπαλο. Ο αντίπαλος, όμως, είχε μεγάλη υπεροχή σε άνδρες και οπλισμό. Τους στρίμωχνε από δω, τους στρίμωχνε από κει και τους ανάγκαζε να δίνουν, κάθε μέρα σχεδόν, μάχες, με αποτέλεσμα να τους αποδεκατίσουν, σκοτώνοντας και τον καπετάνιο τους Ποδιά. Οσοι εγλίτωσαν, μην μπορώντας να μένουν σ' αυτή την περιοχή, περάσανε στο νομό Χανίων και ενώθηκαν μαζί μας».6

Ο θάνατος του Ποδιά σήμανε την αρχή του τέλους του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη, που σημειώθηκε πολύ νωρίτερα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή στην Ελλάδα. Ο Δημοκρατικός Στρατός της Μεγαλονήσου, παρά την αρχική μεγάλη ανάπτυξή του, δεν κατόρθωσε τελικά, και για υποκειμενικούς και για αντικειμενικούς λόγους, να αναπτύξει ένα κίνημα ανάλογο προς τον προσωπικό δυναμισμό των μαχητών του και προς την κρητική επαναστατική παράδοση.

Η σκληρότερη και αιματηρότερη μάχη από το σύνολο σχεδόν των ανταρτών, που δεν ξεπερνούσαν τους 150, δόθηκε στο φαράγγι της Σαμαριάς και κράτησε πέντε μέρες. Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού πολέμησαν εκεί με ηρωισμό, κυκλωμένοι από κυβερνητικά στρατιωτικά τμήματα, που μαζί με τους παρακρατικούς του Γύπαρη και των οπλαρχηγών Πέτρακα και Γιαννούλη που τους ενίσχυαν, αριθμούσαν τρεις χιλιάδες άνδρες, υποστηριζόμενους μάλιστα από την αεροπορία.

Από τους αντάρτες σκοτώθηκαν στη διάρκεια της μάχης 35, καθώς προσπαθούσαν να βγουν από τον κλοιό. Οι υπόλοιποι, τελικά, κατόρθωσαν να περάσουν μέσα από τις κυβερνητικές γραμμές και να τραβήξουν προς τα Λευκά Ορη, όπου χωρίστηκαν σε μικρές ομάδες.

Στις 26 του Οκτώβρη 1948 έπεσαν σε ενέδρα και σκοτώθηκε ο Δημήτρης Μακριδάκης, γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής του Κόμματος, ενώ ο Γιώργος Τσιτήλος, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, πιάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Την ίδια εποχή έχασαν τη ζωή τους σε άνισες αναμετρήσεις ο Μπαντουρογιάννης, ο Πίσσας, ο Ροζάκης, ο Παπαναγκοτάκης και ο γιατρός Σταματάκης. Το Δεκέμβρη του 1949, εξάλλου, σκοτώθηκε σε συμπλοκή η Βαγγελιώ Κλάδου, μέλος του Γραφείου Περιοχής του ΚΚΕ.

Στις αρχές του 1950 είχαν απομείνει στην Κρήτη μόνο 14 αντάρτες, που πέρασαν στην παρανομία και άρχισαν να εργάζονται για την ανασυγκρότηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ και για τη διατήρηση και παραπέρα ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος στο νησί. Πέντε, όμως, απ' αυτούς συνελήφθησαν τελικά, ένας σκοτώθηκε, έξι κατόρθωσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό και οι υπόλοιποι δύο, δηλαδή ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γεώργιος Τσομπανάκης, παρέμειναν ασύλληπτοι στα κρητικά βουνά και ξαναγύρισαν στη νομιμότητα το 1974, μετά την πτώση της στρατιωτικοφασιστικής δικτατορίας.

1. Βασίλη Μπαρτζιώτα, «Η πολιτική μας δουλιά στον ΔΣΕ», σελ. 104.

2. Γραπτή μαρτυρία του Νίκου Βασιλάκη.

3. Σπύρου Μπλαζάκη και Γιώργη Τσομπανάκη, «Τριάντα πέντε χρόνια αντίσταση», σελ. 234.

4. Γραπτή μαρτυρία του Λευτέρη Ηλιάκη.

5. Γραπτή μαρτυρία του Νίκου Βασιλάκη.

6. Σπύρου Μπλαζάκη και Γιώργη Τσομπανάκη, ό.π. σελ. 108.

[Μόνιμος σύνδεσμος δημοσιεύματος] [Περισσότερα σαν αυτό] [Ταχυδρόμηση δημοσιεύματος] [Εκτύπωση δημοσιεύματος]

Το χρονικό της μάχης στη Λοχριά του Ψηλορείτη

Στο χρονικό που διαβάστηκε - γράφτηκε από τον Αντώνη Φασατάκη τελευταίο επιζήσαντα της σφαγής μαζί με τον Μελιδονιώτη Μιχάλη - στην εκδήλωση που οργάνωσαν, στην περιοχή της Λοχριάς, στον Ψηλορείτη, την Κυριακή που μας πέρασε, για τη μεγάλη μάχη που έδωσε εκεί ο ΔΣΕ, οι Κομματικές Οργανώσεις Ηρακλείου και Ρεθύμνου στα πλαίσια των εορτασμών για τα 90 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά:(διατηρούμε την ντοπιολαλιά του συγγραφέα στο κείμενο)

«Είχε προηγηθεί η μάχη στην Ιεράπετρα - μια συμβολική μάχη - κατά την οποία παρά τις διώξεις, τις απειλές, τις δολοφονίες, τη μαζική σφαγή του λαού από το στρατό, τις συλλήψεις και την τρομοκρατία, η πόλη παραδόθηκε στον καπετάνιο Γιάννη Ποδιά. Κι αυτό το γεγονός ήρθε να ανατρέψει την κρατική προπαγάνδα που θέλησε να ισχυριστεί ότι ο εμφύλιος που είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα δεν ήταν παρά κάποια συνοριακά επεισόδια που γίνονταν στα σύνορα με τη Βουλγαρία επειδή κάποιοι Βούλγαροι επιχειρούσαν να μπουν και να καταλάβουν την Ελλάδα. Ο καπετάν Γιάννης Ποδιάς μετά την παράδοση της Ιεράπετρας έπρεπε να έρθει στον Ψηλορείτη για να οργανώσει κι εδώ αντάρτικη ομάδα.

Αυτή ήταν η εντολή του Κόμματος επειδή σύμφωνα με την απόφαση του περιφερειακού κομματικού οργάνου θα έπρεπε να εμφανιστεί και στην Κρήτη το κίνημα, αφού η πολιτική της συμφιλίωσης παραβιαζόταν διαρκώς, συστηματικά και προκλητικά από τον Μπαντουβά, τους αντάρτες του και τους άλλους παρακρατικούς συμμορίτες τους, και για τον πρόσθετο λόγο ότι η Κρήτη αποτελούσε τον αιμοδότη του εθνικού στρατού για τις επιχειρήσεις στη βόρεια Ελλάδα.

Η αναθηματική πλάκα που έστησαν οι κομμουνιστές της Κρήτης στην εκδήλωση τιμής για τους μαχητές του Ψηλορείτη.
Την ομάδα των ανταρτών στην Ανατολική Κρήτη θα την οργάνωνε ο Βασίλης Πλαγιωτάκης, ένα παλικάρι από την Εμπαρο, στον οποίο ο Ποδιάς άφησε μερικούς (γύρω στα 15 - 20 άτομα) από το "τάγμα των Σκαπανέων" που είχε δραπετεύσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης που τους είχαν στον Αγιο Νικόλαο.

Συναντήσαμε στις 27 του μήνα τον Ποδιά που είχε γυρίσει από την πορεία του από τη Γεράπετρο προς Ψηλορείτη και καταταχτήκαμε. Τη νύχτα της ίδιας μέρας φύγαμε από τη Νίδα και προχωρήσαμε ανατολικά του Ψηλορείτη. Φτάσαμε σε μια τοποθεσία που λεγόταν "Μελιδονόσκαλα". Ετσι πριν καλά - καλά ξεφέξει η μέρα, βρεθήκαμε σε ένα χώρο μέσα σε ένα κλοιό. Στα γύρω υψώματα ήταν χωροφύλακες και ΜΑΫδες.

Εμείς βρισκόμαστε στον πάτο μιας χαράδρας μικρής, που τη σχημάτιζαν δυο μικροί λόφοι, χαμηλοί. Ξεκινήσαμε από τον πάτο εμείς, είχαμε ένα οπλισμό καλό, καλύτερο από των αλλωνών, των αντιπάλων και καταλάβαμε τα υψώματα και τους εκτοπίσαμε. Πιάσαμε και πέντ' - έξι, οχτώ για την ακρίβεια αιχμαλώτους. Είχαμε κι εμείς τρία θύματα. Εκεί σκοτώθηκε ο Μήτσος Παππάς.

Ο Μήτσος ο Παπάς ήταν από το Παχτούρι Θεσσαλίας, λιμενεργάτης στον Πειραιά (Ηταν εξειδικευμένος στα ρυμουλκά και στο χειρισμό μεγάλων ανυψωτικών μηχανημάτων) που επιτάχτηκε από τους Γερμανούς και ήλθε λιμενεργάτης στο λιμάνι του Ηρακλείου. Από το λιμάνι του Ηρακλείου δραπέτευσε και κατατάχτηκε στο ΔΣΕ. Φύγαμε από εκεί που δόθηκε η μάχη. Τους αιχμαλώτους μας τους συνόδευε ένας αντάρτης, τους πήγε παραπέρα και τους παρέδωσε στους δικούς τους, τους χωροφύλακες. Εμείς προχωρήσαμε μέχρι που νύχτωσε και τα ξημερώματα ήρθαμε και πάλι σε επαφή με τους αντιπάλους μας και συγκρουστήκαμε ξανά με άλλη ομάδα χωροφυλάκων και ΜΑΫδων πού ερχόταν από την πλευρά του χωριού Πλάτανος - Λοχριά και άλλα χωριά.

Από την εκδήλωση τιμής στον ΔΣΕ που οργάνωσαν οι κομματικές οργανώσεις Ηρακλείου και Ρεθύμνου στην περιοχή Λοχριάς στον Ψηλορείτη
Κάναμε μια ολοήμερη μάχη από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κάναμε τρεις επιθέσεις για να σπάσουμε τον κλοιό και να φύγουμε. Τρεις επιθέσεις κάναμε τη μέρα εκείνη και είχαμε δύο θύματα. Το Μιχάλη τον Καράλη που ήτανε από τσι Μέλαμπες και τον Ηλιάκη - μου διαφεύγει το όνομά του τώρα - που ήτανε από τα Σείσαρχα. Αυτά τα δύο θύματα είχαμε στις τρεις επιθέσεις που κάναμε για να διασπάσουμε τον κλοιό. Δεν τα καταφέραμε μέχρι αργά το βράδυ.

Το βράδυ ο Ποδιάς μας σύμπτυξε σ' ένα μέρος γιατί διαπιστώσαμε όλοι, κι αυτός ειδικά που ήταν υπεύθυνος καπετάνιος, ότι αν ξημερωνόμαστε στον τόπο που δώσαμε τη μάχη ήταν ζήτημα να γλιτώναμε. Ετσι μας χώρισε σε τρεις ομάδες... Μία μπροστά, μία στη μέση και μία πιο πίσω. Ετυχε, επειδή στα μέρη που θα πηγαίναμε να είναι γνωστά σε μένα προσωπικά, αλλά και σε άλλους, να ορίσει ο Ποδιάς να πάμε εγώ και οι άλλοι που γνωρίζαμε την περιοχή μπροστά, για να δείχνουμε την κατεύθυνση. Είπε ειδικά: "Σε περίπτωση που συναντηθούμε με τον αντίπαλο και ο αντίπαλος δε μας χτυπήσει, να μην τον ανησυχήσουμε καθόλου". Συγκεκριμένα θυμάμαι και είπε: "και να τον πατήσουμε να μην τον ενοχλήσουμε".

Συνολικά στην αρχή που αρχίσαμε είμαστε 48 άτομα. Αλλά την πρώτη μέρα που σκοτώθηκε ο Μήτσος ο Παπάς είχαμε άλλα δύο θύματα και μείναμε σαράντα πέντε. Στη συνέχεια εσκοτώθηκε όπως είπα ο Καράλης και ο Ηλιάκης και μείναμε οι υπόλοιποι. Αυτοί οι υπόλοιποι εγίναμε τρία κομμάτια. Στην πρώτη ομάδα ήμουνα εγώ... Θυμούμαι τα ονόματα μερικών. Ειδικά τω χωριανώ μας. Ητονε ο Νοδαράκης ο Γιώργης, ο Μιχάλης ο Μελιδονιώτης, από τις Μέλαμπες είναι αυτοί και οι τρεις, ήταν ο Ανδρουλιδάκης ο Γιώργης, ο γιατρός ο Χριστοφοράκης και δε θυμάμαι τα ονόματα των άλλων. Ηταν στρατιώτες και δε θυμάμαι τα ονόματά τους. Εξάλλου δεν πολυλέγαμε τα ονόματά μας και οι στρατιώτες είχαν έρθει την προηγούμενη μέρα με τον Ποδιά στην ομάδα μας.

Αμα συγκρουστήκαμε κάτω με την πρώτη σύγκρουση τη νύχτα, η 2η και 3η ομάδα εφύγανε από παραπέρα. Ολα τα πυρά επέφτανε σ' εμάς. Εφυγαν εκείνοι. Εκεί καθυστερήσαμε λιγάκι γιατί περιμέναμε, ειδικά ο Ποδιάς που έψαχνε και διαπίστωσε ότι οι άλλοι εφύγανε, επερίμενε ότι αυτοί μπορεί να κάνουν έναν αντιπερισπασμό για να μας ενισχύσουνε να φύγουμε κι εμείς. Δεν έγινε... Δεν ξέρω γιατί... Δεν ξέρω γιατί.

Σημειωτέον ότι οι αντάρτες υποφέρανε πολύ από τη δίψα και πολλοί επέφτανε και ήταν δύσκολα τα πράγματα. Εμείς αλλάξαμε κατεύθυνση να πάμε από άλλο σημείο του κλοιού να δούμε τι θα γίνει και στην πορεία που αλλάξαμε ξανά συγκρουστήκαμε πάλι. Δηλαδή ύστερα από 1 ώρα ξανασυγκρουστήκαμε με κάποια περίπολο. Οπως επηγαίναμε παραπέρα ξανά εσυγκρουστήκαμε και μας ερωτήσανε ποιοι είμαστε. Κι εμείς τους είπαμε πως είμαστε του Κατσά παρέα, δηλαδή ενός δικού τους καπεταναίου.

Λένε... «και σας εκατατοπίσανε μωρέ ετσά; Να σας εσκοτώσουμε εμείς οι ίδιοι...». Ο Καλομοίρης ήτανε επικεφαλής, απού ήτονε Ανωγειανός, απάντησε και λέει: «Ε... έγινε μια παρεξήγηση, αλλά δεν έπαθε και κιανένας μας τίποτα». Εκείνη την ώρα έρχεται ο Ποδιάς, ακούει την κουβέντα και στη συνέχεια λέει κάποιος χωροφύλακας, κάποιος που τον εγνώριζε, όπως ανεκατωθήκαμε, μπορεί να γνώριζαν και τον Καλομοίρη τον ίδιο προσωπικά γιατί απ' την κουβέντα φαινότανε πως ήταν Ανωγειανοί. Ανωγειανοί γνώριζαν και τον Καλομοίρη και φώναξαν: «Δεν είναι δικοί μας, μωρέ!». Με το «δεν είναι δικοί μας» αρχίσανε τα πυρά, φωνάζει ο καπετάνιος, ο Ποδιάς που είχε έρθει ωστόσο, αφού έψαχνε να δει τι έγιναν οι άλλες ομάδες που διαπίστωσε ότι είχαν φύγει, φώναξε «επί σκοπόν» και έγινε εκεί πέρα μια μάχη νύχτα, αλλά όπως είχαμε ανακατωθεί, οι περισσότεροι πυροβολισμοί επέφτανε στον αέρα, γιατί δεν μπορούσαμε... υπήρχε ο φόβος... Παρ' όλα αυτά είχαμε νεκρούς και η μια πλευρά και η άλλη. Εκεί σκοτώθηκε ο επικεφαλής της ομάδας μας ο Καλομοίρης... εκεί εσκοτώθηκε! Επεσε αγκαλιά με το οπλοπολυβόλο του, γαζωμένος κυριολεκτικά με μια ριπή στο στήθος από τον αντίπαλό του χωροφύλακα, στον οποίο όμως πρόλαβε κι ο ίδιος να ανταποδώσει τα ίσα. Επεσε ηρωικά για να σώσει τους υπόλοιπους της ομάδας. Εμείς περάσαμε...

Εκαμε κοντρόλ ο Ποδιάς, εδιαπιστώσαμε το θάνατο των αλλωνών, του Καλομοίρη και μετά προχωρήσαμε λιγάκι. Μετά μας είπε ο Ποδιάς: «Σε λίγο θα ξημερώσει, θα ξεφέξει και δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Είμαστε μέσα σ' ένα κλοιό. Λοιπόν να διαλυθούμε εδώ πέρα και να κρυφτούμε όπου μπορεί ο καθένας, κατά κύριο λόγο στα δέντρα». Ητανε πυκνά πρινάρια, πρίνοι, «με επίκεντρο τη βρύση, να βλέπουμε τι γίνεται, χωρίς να κινούμαστε, ούτε να μιλάμε... Οι άλλοι θα μας χάσουνε και θα φύγουν».

Ξημέρωσε ωστόσο και οι άλλοι αναρωτιότανε... Φαίνεται σε λιγάκι έγινε μια σύγκρουση με τις ομάδες που είχανε φύγει τη νύχτα. Τους ανακαλύψανε άλλοι χωροφύλακες και ΜΑΫδες που ερχότανε από το Ρέθυμνο. Από μακριά... Τους ανακάλυψαν σ' ένα νερό. Πήγαν και τους χτυπήσανε... Ναι, λέγεται Αγιος Ευστράτιος. Είναι μια εκκλησία εκεί Αγιος Ευστράτιος. Εκεί τους ανακάλυψαν και τους χτυπήσανε. Εκεί σκοτώθηκαν 4 αντάρτες. Ετραυματίστηκε εκεί ο Πατραμάνης κι εφύγανε...

Αφού έγινε η σύγκρουση με τους άλλους εκεί πέρα οι αντίπαλοί μας ενόμισαν ότι εμείς είχαμε φύγει όλοι και δεν έψαχναν για να μας βρούνε παρά μόνο αυτοί συμπτύσσονταν κι εφεύγανε. Μπαίνανε σ' ένα δρομάκι εκεί στο βουνό κι εφεύγανε... Ο κύριος όγκος είχενε φύγει, γιατί ήτονε πάρα πολλοί αυτοί... Πάρα πολλοί! Εμείς είμαστε ακόμη 16. Ναι λοιπόν μας ανακαλύψανε. Οπως εκαθόμαστε εκεί πέρα και τους βλέπαμε ότι αυτοί φεύγανε, συμπτύσσονταν και έφευγαν από ένα σημείο από τη βρύση και πέρα, όπως είμαστε κρυμμένοι ακούσαμε μια φωνή που έλεγε: «Πού 'ναι μωρέ οι άλλοι», «Στα δέντρα, μωρέ» και ρίχνει και μια μπιστολιά αυτός κι αρχίσανε τα πυρά από τους χωροφύλακες κι από τους ΜΑΫδες απάνω στα δέντρα... Στα κουτουρού, αλλά κι εκοιτάζανε κιόλας... Γιατί ήτανε πολλά παιδιά απάνω στα δέντρα κι έπεσαν κι εσκοτωθήκανε που ήτανε απάνω στα δέντρα κι επέσανε... Και σ' ένα σημείο, σ' ένα πρίνο ανακαλύψανε τον Ποδιά. Ο Ποδιάς ήτανε μαζί με ένα άλλο, κι επέσανε και οι δυο μαζί από κάτω από τον πρίνο.

Δεν ήτανε όμως νεκρός... Γιατί κανένας δεν 'πομένει επί τόπου παρά μόνο όποιος παίρνει τη σφαίρα στην κεφαλή. Ολοι εμάς οι σκοτωμένοι εκειά εχτυπιότανε στην κεφαλή. Ο Ποδιάς έπεσε κάτω... Κι ο άλλος... Αμα έπεσε κάτω προσπάθησε ο Ποδιάς κι έβαλε το χέρι του έτσι ακριβώς και ακούμπησε και μίλησε... Είπε μερικές λέξεις και τις οποίες καλά καλά δεν άκουσα όλες. Ακουσα όμως για τη λευτεριά, είπε Κομμουνιστικό Κόμμα, είπε Κομμουνιστικό Κόμμα και η τελευταία του λέξη ήτανε «που δε...». Είπε: «Δε λυπούμαι πως χάνομαι για τη λευτεριά, αλλά λυπούμαι που δε...». Ναι... δε... δεν... Εκεί... Εκεί τον κόψανε τα αίματα, έπεσε κάτω και... πέθανε! Από δω έβλεπα εγώ αυτά τα πράματα. Οι χωροφύλακες δυο - τρεις που ήτανε εκείνη τη στιγμή γιατί δεν ήταν άλλοι, κανα - δυο ήτανε χωροφύλακες, αυτός που κρατούσε στο χέρι ντου ένα εγγλέζικο οπλοπολυβόλο (Νικόλαος Δασκαλάκης από την Κίσαμο) και κανα - δυο άλλοι που είχανε σιμώσει ωστόσο, ήταν περίεργοι κι εστέκανε σαν τσι χαζούς... Δεν κάνανε τίποτα... Ούτε μιλούσανε. Ε είδανε εκειά ήντα κάνανε... κι απεί τις είδανε πως ο Ποδιάς έπεσε ρίξανε δυο φωτοβολίδες. Ηρθε και ένας αξιωματικός κοντά. Εκεί πέρα, γιατί είχε πάρει χαμπάρι... από τον προηγούμενο πυροβολισμό που 'χε τραυματίσει τον άλλο ο Ποδιάς (τραυμάτισε τον χωροφύλακα Πηγουνάκη από το Ρέθυμνο), κι ύστερα αυτός που έριξε με το πολυβόλο (ο Δασκαλάκης), πήρανε χαμπάρι εκεί πέρα οι αξιωματικοί με τσι φωνές που έβαλε: «κατέβα κάτω ρε βούργαρε» του λέει...

Λοιπόν, μόλις έπεσε ο Ποδιάς από το δέντρο, αλλά μετά που είχε πεθάνει, τρέξανε οι ΜΑΫδες του Μπαντουβά με τα μαχαίρια, άλλοι με τα χαντζάρια που βαστούσανε και τον Ποδιά τον εκάμανε κομμάτια. Να κόψουνε το χέρι του γιατί από μια απόπειρα δολοφονίας είχε τραυματιστεί στο χέρι και ήτονε σημαδιακός και θέλανε να το πάρουνε για δείγμα, για επιβεβαίωση και το κεφάλι. Βρίζανε «αχ το βούργαρο, τον άτιμο κι ατίμασε την πατρίδα», όπως κάνουν οι κανίβαλοι έκαναν κι αυτοί... Μέχρι που επήρανε το κεφάλι και το χέρι και φύγανε.

Ο λόγος του καπετάν Γιάννη Ποδιά. «Δε λυπούμαι που χάνομαι για τη λευτεριά. Λυπούμαι που δεν... που δεν...». Κι εμείς ήρθαμε εδώ σήμερα για να προσπαθήσουμε να αποσώσουμε το λόγο σου καπετάνιε! Να σου πούμε ότι η καρδιά σου, η σκέψη σου, το μυαλό σου βρίσκονται εδώ, ανάμεσά μας, μέσα μας. Να σου πούμε πως παίρνουμε στα αδύναμα χέρια μας τις πανίσχυρες «σημαίες» του Κόμματός μας και συνεχίζουμε... Συνεχίζουμε πιστοί στα ιδανικά του σοσιαλισμού και του αγώνα, του λαϊκού δίκιου και της επανάστασης, στη λαϊκή εξουσία, όπως «πιστεύει» και η ίδια η ελπίδα όλων των λαών της Γης...

Από ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ 6/7/2008